Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

CIRLCE : TO NEO 1984?



Η  ανάγνωση  του  Circle ,  σε ηλεκτρονική  μορφή  τελείωσε  χθές το βράδυ  μεταξύ  της ενημερώσεως λόγω  των βουλευτικών  εκλογών   , διάβαζα και άκουγα ,  και η εντύπωση  μου ειναι ότι πρόκειται για ενα πολύ καλό  βιβλίο   που αξίζει να διαβαστεί  αλλά   και να σε βάλει σε σκέψεις ή να βρείς  αντιστοιχίες  στην σημερινή  <<ψηφιακή>> εποχή  που ζούμε  και πως  κάτι που ξεκινά  με αγνές προθέσεις μπορεί να εξελικτεί  απο μια  άμεση δημοκρατία  ,   σε μια δικτατορία  . Οταν η Μαντάμ Κιουρί ανακάλυψε το ράδιο δεν πίστευε σίγουρα  οτι μετά απο χρόνια  θα χρησιμοποιώνταν   για να φτιακτεί η ατομική  βόμβα .
Πολλές φορές κι όσο έμπαινα πιο βαθιά στην ανάγνωση του   μου  θύμιζε το κλασικό βιβλιο του Όργουελ  1984  , τότε ήταν η εποχή της εικόνας  όπου μέσα απο μία οθόνη σε παρακολουθούσαν περνούσαν τα μμηνύματαπου ήθελαν  και   γενικά  ήταν  ο έλεγχος και η κυριαρχία  της  εικόνας.

Τα χρόνια περάσαν και με την  'εκρηξη   του διαδυκτίου   μια νέα δύναμη κυριαρχεί  αυτή της πληροφορίας και των κοινωνικών  δικτύων  μια πληροφορία ελεύθερα προσβάσιμη   με τις αλήθειες της  και τα ψέμματα της   ,  δεν ζούμε  έτσι και αλλιώς  σε ενα αγγελικό  πλασμένο  κόσμο.

Μπορεί ενα κοινωνικό δίκτυο   στην περιπτώση μας το circle  στο οποίο η ηρωϊδα  του βιβλίου Μέι  πάει να εργαστεί   μπορεί να εξελιχθεί   σε   μια απόλυτη  δύναμη ενα κράτος  μια δικτατορία  ενώ  ξεκίνησε με τις πιο αγνές προθέσεις ,  οι δημιουργοί  του circle   εμφανίζονται και η Μέι  έρχεται  σε  επαφή μαζι τους  και μάλιστα  με καταλυτική επίδραση  τόσο σε αυτή όσο και στην πλοκή του βιβλίου.
Μπορεί  ενας <κύκλος>>  , το δίκτυο  στην περίπτωση μας  απο μια προσπάθεια  να έχεις πρόσβαση σε ολα  τα στοιχεία σου και κοινωνικά δίκτυα απο ενα υπολογιστή   μόνο με ενα κωδικό  με την προϋπόθεση  να έχεις δηλώσει τα πραγματικά στοιχεία ,  με προθέσεις εξάλειψης και προσπάθειες που βλέπουμε  απο τους άλλους χαρακτήρες του βιβλίου  να εξαλείψουν την εγκληματικότητα  έως  και να μπορεί  ΄κάποιος να ψηφίζει απο μακριά  έχοντας  μόνο ενα λογαριασμό μπορεί να μεταξελειχθεί  σε μια δικτατορία  σε ενα απόλυτο έλεγχο  .  Η  ηρωϊδα μας  βλέπει τα σημάδια αλλά για αυτή ειναι πιο σημαντική η αποδοχή , ή μη αποδοχή βάση των emotions  των χρηστών  ή  των σχολίων στο δίκτυο.
Τι συμβαίνει  και τι θα αποφασίσει  όταν  θα βρεθεί  σε δίλημμα  να <<κλείσει>>  ο κύκλος  ή να υπερασπιστεί την ανωνυμία   ?

Τί θα συμβεί   οταν ο κύκλος  κλείσει  ?  Η απάντηση  στην πραγματικότητα  την δούμε σε λίγα χρόνια .  Αν το 1984  ήτανε  ένα προφητικό  βιβλίο  για την δύναμη της εικόνας  το cirlce ίσως  ειναι ένα  επίσης προφητικό βιβλίο για την δύναμη της πληροφορίας  .
Ανωνυμία ή επωνυμία?
Το μέλλον θα δείξει  αν ο <<κύκλος >> κλείσει.

Είναι η πρώτη φορά που γράφω  μια κριτική για  ένα βιβλίο που έχω διαβάσει όπωτε ζητώ προκαταβολικά συγνώμη  για  λάθη  .



Dave Eggers 
Ντέιβ Έγκερς είναι ο συγγραφέας των έξι προηγούμενων βιβλίων, συμπεριλαμβανομένων των "Zeitoun," ένας πεζός λόγος λογαριασμό ενός μετανάστη Συρίας-αμερικανική και την εξαιρετική εμπειρία του κατά τη διάρκεια του τυφώνα Κατρίνα και "Τι είναι το τι," φιναλίστ για το 2006 Κριτικών National Book Circle Award. Αυτό το βιβλίο, για τον Valentino Achak Ντενγκ, ένας επιζών του εμφυλίου πολέμου στο Νότιο Σουδάν, γέννησε τον Valentino Achak Ντενγκ Ιδρύματος, που διευθύνεται από τον κ Ντενγκ και αφιερωμένο στην οικοδόμηση σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο νότιο Σουδάν. Eggers είναι ο ιδρυτής και εκδότης του McSweeney, το "Φαλαινοδέλφινο" σε ανεξάρτητους εκδοτικός οίκος με έδρα το Σαν Φρανσίσκο έκανε Παράγει ένα τριμηνιαίο περιοδικό, ένα μηνιαίο περιοδικό ("ο οπαδός»), καθώς και μια τριμηνιαία DVD των ταινιών μικρού μήκους και ντοκιμαντέρ. Το 2002 με Νινευή Calegari ίδρυσε 826 Βαλένθια, έναν μη κερδοσκοπικό γράψιμο και διδασκαλία κέντρο για τη νεολαία στο Mission District του Σαν Φρανσίσκο. Οι τοπικές κοινότητες έχουν ανοίξει από την αδελφή 826 κέντρα στο Σικάγο, το Λος Άντζελες, Μπρούκλιν, Ann Arbor, το Σιάτλ, και τη Βοστόνη. Το 2004, Eggers δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϊ Graduate School of Journalism, και εκεί, με τον Δρ Λόλα Vollen, ίδρυσε Φωνή της Μαρτύρων, μια σειρά από βιβλία με τη χρήση προφορικής ιστορίας για να φωτίσει τις κρίσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλο τον κόσμο. Ένας ντόπιος του Σικάγο, Eggers αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο του Ιλινόις με πτυχίο στη δημοσιογραφία. Ζει τώρα στο San Francisco Bay Area με τη σύζυγό του και δύο παιδιά.

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

ABOUT LOVE


The first time and the old times had a king and a queen who began developing three daughters. It was beautiful and enviable, but among them stood the Soul, the smallest, with such rare beauty of the fame of it reached to the ends of the world. They said, that the goddess Aphrodite, the daughter of Oceanus that emerged from the waves, left Olympus and came to the side for people to enjoy their prices. Others believed that the earth did a new Venus, a flower virginity and grace. Of all the places travelers and navigators come to honor the unique mortal without risks to be considered, only to send the respect and prayer. Gradually the Knidos and Paphos deserted; no one goes to worship the goddess Kythireia. The ceremonies are neglected, the statues of living astefanota, there are sacrifices and altars now covers cold ashes. The prayers and sacrifices are now directed at the young princess, who traverse the streets when people worship the tine and sprinkled with flowers. The prices of these divine angers Aphrodite, the mother of Eros. "Nature, he says, and all live in my mind owe their birth. He unfairly shepherd, Zeus who praised its discretion, chose me from the other two goddesses? This mortal, whatever, will not be happy for very fast rates; beauty will turn in both salt and fat tear. " Run, the cries of the winged son, that bold and unrestrained child with his arrows spreads everywhere the riot. The leading city of the princess: -My child, I conjure thee in the fiery passions that burns STON people's hearts, to avenge your mother do this; the mortal to love passionately the most insignificant man is. Thus spoke and feet touching the minutes of the sea, the Nereids were presented with the songs and Tritons swimming kopadiasta; blowing straight to a seashell, another clam drags the lady, another picks up the tail psarisia not to burn the sun and all; together to welcome and lead on the waves as the palace of the Ocean.   The Sisters of Soul, one after another, get married, but one that no mortal dares to seek them in marriage. So the father went to Miletus, the oracle of Apollo; sacrifice and ask God to reveal a wife for his small daughter. And God gives prophecy: -The soul, adorned with nyfiatika accursed marriage, to let the edge of a mountain. Do not expect to 'find a mortal husband. We come to getting tine winged monster who fights with iron and fire. Strong hits the jar Hades, the seas, the heavens. The king bent forward in the destiny of the Soul and the palace from end to end achologaei lamentations. Are the wedding preparations, lit the candles ymenaiou, which will now illuminate the funeral of his daughter; the flutes sound and the whole sad state plunged into mourning. While the funeral procession draws the path of the parents stand indecisive and utterly sad. Then turning his daughter and says: -Why tyrannical with useless regrets? Why pull your hair and face and chest bleeds with grief diminishes your life, which is named more dear than my own? Alas! Here is the good that is offered you my beauty. What kind of my gifts' given by God as a new named Venus? Then had to grieve, because this name is the cause of my destruction. So go with the damn rock; look forward to my taste the happy marriage, to know why; glorious wife to escape with the one doin? The daughter silent and steady step reaches the craggy peak. They put close to the wedding altar, then, all take their silent way back. From now on, parents digest the dark palaces.   The soul trembles with fear and nibbles at the edge of the cliff, when suddenly the caressing breeze of Zephyr, the waving of a tunic, a slight lift, transfer it to the foot of the mountain and apithonei soft in the flowery grass. Then trickle in sweet sleep the eyelids. When you wake up, he sees in front of a thick forest and beside a magnificent palace, which do not seem to be built by human hands. All testify that housing is a god. The golden ivory columns with capitals, colorful paintings covering the walls, floor with precious gems. The Soul boggling front of this glorious palace; but boldly crosses the threshold to the promenade, without any guard encounters, only heard a voice saying: -Welcome to Welcome! All are yours; from now you're the lady of the palace so. If you want to go to bed or lie commanded to prepare your bath. We are here to serve. I'll help you get dressed and prepare for you delicious food. The soul known rest listening to this voice, and the bath relaxes tired members. After finding a table and sits ready to eat with pleasure. Not seeing anyone, just listen to the voices of people who serve the finest wines and dishes change with the most delicious fagia. After lunch some of the melodic singing escorted by invisible guitar, then the whole choir fills the ears of. The Soul And when night falls lie on well hearing the side of a sweet voice.Scary, but too late; the husband, the monster of the oracle said, slipping sideways and her daughter becomes his wife. At dawn he goes away from her and come back the voices to prepare the awakening nionyfis: Hail, nymph, hail, bridegroom Olvio Thee especially true marriage, as executor arao ' if you are not a virgin arao.   In this way the days pass, spend the nights and Soul wont invisible husband and the voices keep you company. Her parents, however, languish in grief and the two sisters left their homes and go to the console.   One night, the invisible husband says the Soul: Beware-Beloved! The sisters, who lost to think, will come to the edge of the mountain. If we get here to cry, do not answer, because they bring us misfortune. And while the promise, the dawn he is gone, the soul gets to cry: -Oh! got lost. Languish in this prison without the brilliant people and I see no hope to ever see my sisters. All day refuses to eat or bathe only sparachtika crying. That night begs her husband to let her see her sisters. And he's the promise and even tells her to give them lavish gifts, only one thing to ask: do not bend in front of curiosity and wanting to see his face. Why this sacrilegious curiosity will make him lose forever. And the Soul answered: -Better to die a thousand times than to hurt our love. Whatever you're in love and named more than the god Eros. But please, ordered the Zephyr to go to the rock and bring my sisters here. He accepts browning and when the dawn is lost from the side of like every morning.   The Sisters of Soul is a rock and cry and beat their breasts for the hapless sister; shout her name and the echo brings the ears of the plaintive voices. Soul calls the Zephyr, who willingly brings to her sisters. Hugging and tears are now fine. But when the sisters see the grand palace and enjoy the baths and exquisite meals, ask for the name, form and the generation of a grand household. The Soul remembers the words of her husband and keeps the secret; says he is young he loves hunting, so wandering in the mountains. Then, laden with precious gifts, gold jewelry and diamantopetres calls the Zephyr, which leads them back to rock.   Now the sisters tyrannical of envy for the wealth and happiness of the soul.Curse the fate that gave them old men and ugly and not her own golden chance. And the evil of envy increases and poisons, and how to devise plans lavosoune happiness of their sisters.   But the man every night of the soul warns: -Beloved, the sisters in envy and ask to see my face. If you keep our secret, the child who now carry in your womb will become immortal. But if you seek them to know me, will follow the fate of mortals. The soul fills with joy and pride that will make mom and moskomyrismena oath in the hair, the minutes revealed in the person's fingers, to keep her promise; but to leave once more to shake her sisters in arms. And him wiping tears with rich hair, bends and disappears out of love. Thus, the two jealous sisters come back to the palace of the Soul with bulimia can learn details but more to the doubt and dripping venom. Ask her again and again who is the husband and At that order not to testify, but forgetting what he had said, says he is a merchant, mature age, and lack of jobs. -Oh! poor sister! How you're innocent and ignorant of the calamity which is coming straight at you ... Your husband is a huge snake; remember the oracle of Apollo, said he would marry a monster. Many hunters around here saw it last night to swim Sometimes it may rain in the river. Well hidden from the darkness, slips each evening by your side, waiting to be fattened to eat you, ERC and the kid ... The soul, like gullible, responding to the voice faded: -My dear sisters, lie down at night with a man she did not ever saw his face, only his voice I know. He says that if you seek them to see him, I'd very widespread disaster. Tell me what to do and I will follow. Then he, seeing so much naivete, saying: -Take a good sharp blade and hide in the bed. Put plenty of oil in the lamp to shine well. Once the monster asleep, cut with the blade head. We will run to you to collect all the treasures and then give you a worthy husband, like our own men. They said too much to the wiles Soul and just before nightfall, the Zephyr brought them back to the rock.   She came and her husband gave her as an exquisite pleasure, deep asleep.Then she gets up, lights the lamp and comes to see his face, and sees what? In Love him! It shines the light of oil lamp on the blonde's hair which scent on wings that grow on the shoulders and all over her body resting filled with grace and beauty. This is the pride and glory of Venus. On the pillar of the bed hung his bow and his quiver of arrows. Touching the Soul bleeds unwillingly her finger and once hurt by love for him Eros. Bends and katafilei, no flickering ... awaken TONE But as it ages the lamp, dripping a drop of hot oil on the shoulder of the god. Love awakens in pain and angry about the betrayal flies away. Stands only for a moment at the top opposite cypress and says: Weak-Soul! I did not hear the command of my mother and I was wounded by your beauty. But you did not keep your word, and now I'm leaving for good from you. The Soul sees him losing and desperate go to the neighboring river, the decision to go in to drown. But the god of the river did not leave, take the feather in his hands and touches the shore. There, to riverside sits the god Pan with tragisia feet; plays the syringe and the kids around him jump around. As he sees the Soul, inviting softly and says: Let the hard-plan of death calmed his deep sorrow and pray to love. It's sensual and sensitive, and perfect obedience you will soften.   Love with the wound from the hot oil on his shoulder, lie in the palace of his mother. A seagull dives into the sea and go to find Venus bathed in the depths of the ocean. She says her son is wounded and hurt, and that while he was on the mountain with a mortal and his mother with the waves glentokopa, people have forgotten the joy. Were heartless and cruel and lost the friendship between them and paternal affection. There they issue a joyful weddings and gatherings just going in the disaster. With this wordy way blamed the gull Eros and Venus hearing that her son loved mortal maniazei of anger and jealousy; pops out of the depths of the ocean and go straight to the palace. How-To punish this rogue, monologue. Only the wisdom can help. N 'the empty quiver, arrows to break, loosen the bow and extinguish the torch, so that plantaxei of deprivation. And I'll cut to the blonde curls and pluck the feathers, which so often stroked and sprayed with nectar. Then approaching her, Demeter and Hera and ask what is running. And explains the two goddesses tremble from the arrows of love, answered: Oh, goddess, why ask the misery of a daughter? Is therefore a crime your son loved mortal? But Venus fourkismeni, turns his back and did not answered.   The soul walks day and night, night and day katapeinasmeni, katadipsasmeni without closed eye. Once he sees an altar, on a peak and go in there. Finds wreaths woven wheat barley, oats and bales like sickles give up the reapers. Gets to clean up because it is disrespectful to neglect the worship of a god.Then approaching the Demeter and says: Soul-miserable, how to escape the wrath of Aphrodite? In searching everywhere. -Oh! to conjure, says the soul, the hand that scatters plenty on the mower cheerful feasts, the sacred mysteries, the chariot pulling your winged dragons, let me hide for a few days behind the ears and keep it fizzled Venus. -The tears broke my heart, says Demeter, but I have blood ties and friendship with Venus. So get out away from the altar and I Keep instance, that leaves free. Persecuted the Soul continues its way and a little later, in a forest, he meets another altar laden with rich gifts: gold-embroidered robes spread on tree branches and over the altar, which is written his name and miracles of Goddess. The Soul kneels, embraces the altar and prays: -Woman and sister of Zeus, you who dwell in the holy protectress Juno Samos; that pregnant women there, help me, do not let n 'perish. Hera is presented with all the pomp and says: -I, Soul, to listen to your pleading but does not allow the relationship with my daughter Venus and even the law that prohibits giving asylum to a fugitive against the will of the Kiris.   Venus tired n 'Soul looks on earth, think goes up to heaven with chariot of gold created by Hephaestus first of their marriage. Four pigeons of different colors and bendable neck go to their heads diamantokollito yoke and playful rip ether with glittering chariot of the lady. Sparrows fly xopiso chatty and thousands of myriad winged herald the coming singers. The clouds aside, the sky opens and the Olympus welcomes the Goddess. She walks to the palace of Zeus and ask permission to take awhile messenger Hermes. He says, therefore, to have cried out from end to end, it will richly reward those who give the story hidden in the soul. After pulling the palace.   The dialalismos Mercury reaches the ears of the soul of the nun delivered to the Goddess. She just sees it breaks out into loud laughter, a sign of fierce anger. Poured over, its tearing the robe, uproots the hair, the skin t 'pretty face, then piano and mixes oats, barley and wheat, millet, chickpeas and lentils, makes a huge pile and asks her to evening to distinguish .   The Soul stands do nothing until the approaching an ant. He tells her not to fear and telepsei that work together with his comrades. Then cry all the ants: Hard working children in the land run, run, run to help his beautiful daughter. As waves that clutter, ants rushing together and separate the seeds, making new piles of each type separately. Then, pull the nests.   Venus goes from wedding adorned with roses and drunk nectar. He sees the finished work, throwing a pittance Soul and go to bed.   Eros and Psyche imprisoned separately beneath the same roof, they crave each other and the whole dipped in black sorrow.   The next day Venus asks another test from the Soul: -You see him on the banks of the river the forest? Where golden sheep graze; I want to bring me their wool and hair not miss either!   The Soul go to fall in the river to escape once and for all from suffering, but a reed with the sweet breath of the whispering Zephyros: -Oh! Soul not infected with the death of my sacred waters. When the sun throws the hot rays inaccessible freniasmena lambs with hard forehead and pointy horns, because the touch is ghastly. Stay hidden and when the sun is bent and gathered the animals to perch, you'll find plenty in the woods wool, leaving when passing the bushes.   So could the Soul to glean plenty from the precious wool and to go to Venus.But instead of that soft, with a bitter smile third test asks:   -You see the rock on top of that mountain? Sources are underground rivers that run to click and pour the dark waters in the marshes of Styx. Go bring me than what the water within it or else the pitcher; terrible tortures are waiting. The Soul is approaching the source that the two dragons Sleepless guard day and night. Then listens for the waters to mutter: I'm leaving, pull, disappeared. Stand still as a stone; and comes the eagle of Jupiter opens its wings over and says: -I never heard about the terrible waters of Styx, which in this Zeus and other gods swear to? Do not approach him; nun give me the pitcher.   So with the help of the eagle brings the soul to Aphrodite filled the pitcher. But she sends it to another tougher test: -Take this box and the brink of hell, as the palace of Pluto; give it to Persephone and tell her, "Venus please send it to some of the ointment of your beauty." Soul understands that the push to death without hesitation and go to a castle be demolished from below and found in Hades. But listening to the voice of the Castle: Soul-unhappy, what are you doing? The way you doing to go to Hades not return. Close to Lacedaemon is Tenaro, wide window of Hades, and 'text a hidden path takes you to the palace of Pluto. Be careful though, to get you have to have a hand in every kritharopita of honey and two obols mouth. On the road you will find a lame mule drivers dragging a lame donkey; will ask you to pick something fallen timbers. You can overtake without saying a word.Just below will answer the river where Charon, after getting the reward of the dead goes to the other side. Let the peratari to get out of your mouth one obol. Upon cross the river you will see something old women to weave; will plead to help; careful not to touch their handiwork. Finally, in front of the palace of Persephone wake a dog with three heads with the screams of frightened souls. Rix 'of one pie, and passed through and will reach the Goddess will kalodechtei and will invite a rich table. You sat on the ground and ask the black bread. Then tell her the order of Venus and take what you give.Returning, take Cerberus to the other cake and paid Charon to second obol.Beware, however good, will not receive and open the box that will give you the Goddess, because you disappeared.   Not long lost the soul, takes what she needs for the trip, and rammed in the basement gulch. He meets everything he told Castle that reaches up Persephone and says the custom of Venus. She secretly fills the box and gives it. Faithfully following the instructions, Psyche turns the same way and arrives sometime in the light of day; then seizes the curiosity to try Akratitos divine ointment. Opens the box and comes out through a soporific vapor envelops the whole, members of numb and plunges into a dark sleep, similar to death. Love has healed in between. Runs away from the window and with a quick throw goes near his beloved. Gathers sleep and closes again in the box. After waking up to the light kentontas with one of the arrow: -Poor Soul, for the second time despite your curiosity while to destroy. Hurry up and finish the order of my mother and the other to let me. He flies high and fast fast Psyche goes to Venus box. Love comes in Olympus and thrown at the feet of the father of the gods, asking for help. Zeus then invite all the gods, and announces that blesses the marriage of love with the mortal. Then sends Mercury to bring Psyche to Olympus and after the offer of a cup of ambrosia says: Construed undying love; not ever separated from you. The Ymenaios join you forever. Without delay, they set up the grand banquet table for the wedding. Love and Soul seated at the head of the table come and Zeus with Hera and all the Gods in the classroom. The Priest of Jupiter, Ganymede, Cairns nectar of Bacchus offers plenty to immortals. Hephaestus prepares fagia, times adorned with flowers all around, the Graces scatter thousands of smells and the Muses poured harmonious voices. Apollo plays his lyre, a Satyr Pan flute and the flute; the nine sisters in dance. So Love and the Soul united forever and soon after their marriage was born a daughter named it Pleasure. And they lived and will live forever within the narratives of people ...     Adaptation: Agnes Stroumbouli Source:
"The Metamorphoses or The Golden Ass" APOULIIOS second century. AD

ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗΣ


Ε Ρ Ω Σ Κ Α Ι Ψ Υ Χ Η



Τον πρώτο τον καιρό και τα παλιά τα χρόνια είχε ένα βασιλιά και μια βασίλισσα που απόχτησαν τρεις κόρες.

Ήτανε όμορφες και ζηλευτές, μα ανάμεσά τους ξεχώριζε η Ψυχή, η πιο μικρή, με τόσο σπάνια ομορφιά που η φήμη της έφτανε στα πέρατα του κόσμου.

Έλεγαν, πως η θεά Αφροδίτη, η κόρη του Ωκεανού που αναδύθηκε απ’ τα κύματα, άφησε τον Όλυμπο και ήρθε πλάι στους ανθρώπους για ν’ απολαύσει τις τιμές τους. Άλλοι, πίστευαν πως η γη έκαμε μια νέα Αφροδίτη, ένα λουλούδι παρθενίας και χάρης.

Απ’ όλα τα μέρη ταξιδιώτες και θαλασσοπόροι έρχονται να τιμήσουν την ξεχωριστή θνητή, χωρίς να λογαριάζουνε κινδύνους, μονάχα να της απευθύνουν σεβασμό και προσευχή.

Σιγά σιγά η Κνίδος και η Πάφος ερημώνονται· κανείς δεν πάει να προσκυνήσει την Κυθήρεια θεά. Οι τελετές παραμελούνται, τ’ αγάλματά της μένουν αστεφάνωτα, δεν γίνονται θυσίες πια και τους βωμούς σκεπάζει κρύα στάχτη. Οι προσευχές και οι θυσίες απευθύνονται τώρα στη νεαρή βασιλοπούλα, που άμα διαβεί στους δρόμους οι άνθρωποι την προσκυνούν και τήνε ραίνουν με λουλούδια.

Οι θεϊκές αυτές τιμές εξοργίζουν την Αφροδίτη, τη μάνα του Έρωτα. «Η φύση, λέει, κι όλα τα ζωντανά σ’ εμέ χρωστούν τη γέννησή τους. Άδικα εκείνος ο βοσκός, που ο Δίας επαίνεσε τη κρίση του, διάλεξε εμένα από τις άλλες δυο θεές; Αυτή η θνητή, όποια κι αν είναι, δεν θα χαρεί για πολύ τις τιμές· γρήγορα η ομορφιά της θα γυρίσει σε αρμυρό και παχύ δάκρυ.»

Τρέχει, φωνάζει τον φτερωτό της γιο, εκείνο το αχαλίνωτο και τολμηρό παιδί που με τα βέλη του σκορπά παντού την ταραχή. Τον οδηγεί στην πόλη της βασιλοπούλας:

-Παιδί μου, σ’ εξορκίζω στους φλογερούς πόθους που ανάβεις στων ανθρώπων τις καρδιές, να εκδικηθείς τη μάνα σου· κάνε τούτη η θνητή ν’ αγαπήσει παράφορα τον πιο ασήμαντο άνθρωπο που υπάρχει.

Έτσι μίλησε και ακουμπώντας τα λεπτά πόδια της στο κύμα, παρουσιάστηκαν οι Νηρηίδες με τραγούδια κι οι Τρίτωνες που κολυμπούν κοπαδιαστά· ένας φυσά μες στο κοχύλι, άλλος σέρνει την αχιβάδα της κυράς, άλλος σηκώνει την ψαρίσια ουρά να μην την καίει ο ήλιος· κι όλοι μαζί την καλωσορίζουν και την οδηγούν πάνω στα κύματα ως το παλάτι του Ωκεανού.



Οι αδελφές της Ψυχής, η μια μετά την άλλη παντρεύονται, μα εκείνην κανένας θνητός δεν τολμά να γυρέψει σε γάμο.

Έτσι, ο πατέρας της πάει στη Μίλητο, στο μαντείο του Απόλλωνα· προσφέρει θυσία και παρακαλεί το θεό να φανερώσει ένα σύζυγο για την μικρή του κόρη. Και ο θεός δίδει χρησμό:

-Την Ψυχή, στολισμένη με νυφιάτικα καταραμένου γάμου, να την αφήσεις στην άκρη ενός βουνού. Μην περιμένεις να ‘βρει σύζυγο θνητό. Θα ‘ρθει να τήνε πάρει τέρας φτερωτό που πολεμά με σίδερο και με φωτιά. Τα δυνατά χτυπήματά του τραντάζουνε τον Άδη, τα πέλαγα, τους Ουρανούς.

Ο βασιλιάς λυγίζει μπρος στη μοίρα της Ψυχής και το παλάτι απ’ άκρη σ’ άκρη αχολογάει θρήνους.

Γίνονται οι ετοιμασίες του γάμου, ανάβουν οι λαμπάδες του υμέναιου, που τώρα θα φωτίσουν την κηδεία της κόρης· οι φλογέρες ηχούν λυπητερά κι όλη η πολιτεία βυθίζεται στο πένθος. Κι ενώ η νεκρική πομπή τραβάει το δρόμο της, οι γονείς στέκουν αναποφάσιστοι κι ολότελα θλιμμένοι. Τότε γυρίζει η κόρη και τους λέει:

-Γιατί τυραννιέστε μ’ ανώφελες λύπες; Γιατί τα μαλλιά σας τραβάτε και ματώνετε πρόσωπο και στήθος και με θρήνους λιγοστεύετε τη ζωή σας, που είναι πιότερο αγαπητή απ’ τη δική μου; Αλίμονο! Ιδού το καλό που σας προσέφερε η ομορφιά μου. Τι λογής δώρα μου ‘δινε ο θεός σαν με ονόμαζαν νέα Αφροδίτη; Τότε έπρεπε να λυπάστε, γιατί τούτο το όνομα είναι η αιτία της καταστροφής μου. Πηγαίνετέ με λοιπόν στον καταραμένο βράχο· ανυπομονώ να γευτώ τον ευτυχισμένο μου γάμο, να γνωρίσω τον ένδοξο σύζυγο· γιατί ν’ αποφύγω εκείνον που με γυρεύει;

Η κόρη σωπαίνει και με σταθερό βήμα φτάνει ως την απόκρημνη κορφή. Βάζουν κοντά της τις νυφιάτικες λαμπάδες κι έπειτα, όλοι βουβοί παίρνουν το δρόμο της επιστροφής. Από δω και μπρος, τους γονείς της χωνεύουν τα σκοτεινά παλάτια.



Η Ψυχή τρέμει από φόβο και γαντζώνεται στην άκρη του βράχου, όταν αίφνης η χαϊδευτική πνοή του Ζέφυρου, ανεμίζοντας το χιτώνα της, τη σηκώνει ελαφρά, τη μεταφέρει ως τα ριζά του βουνού και την απιθώνει μαλακά στην ανθισμένη χλόη. Έπειτα σταλάζει ύπνος γλυκός στα βλέφαρά της.

Όταν ξυπνάει, βλέπει μπροστά της δάσος πυκνό και δίπλα ένα εξαίσιο παλάτι, που δε μοιάζει να είναι χτισμένο από ανθρώπινα χέρια. Όλα μαρτυρούν πως είναι κατοικία κάποιου θεού. Οι χρυσές κολόνες με τα φιλντισένια κιονόκρανα, οι χρωματιστές ζωγραφιές που καλύπτουν τους τοίχους, το δάπεδο με τα πολύτιμα πετράδια.

Η Ψυχή σαστίζει μπροστά σε τούτο το λαμπρό παλάτι· με θάρρος όμως διαβαίνει το κατώφλι για να το σεργιανίσει, δίχως να συναντά κανέναν φύλακα, μονάχα ακούει μια φωνή να λέει:

-Καλώς να ορίσεις! Όλα είναι δικά σου· από δω και μπρος είσαι η κυρά τούτου του παλατιού. Αν θέλεις πήγαινε στην κλίνη να πλαγιάσεις ή πρόσταξε να σου ετοιμάσουν το λουτρό. Είμαστε εδώ για να σε υπηρετούμε. Θα σε βοηθούμε να ντυθείς και θα ετοιμάζουμε για σένα λαχταριστές τροφές.

Η Ψυχή ησυχάζει ακούγοντας τούτη την φωνή, και με το λουτρό ξεκουράζει τα κουρασμένα της μέλη. Ύστερα βρίσκει το τραπέζι έτοιμο και κάθεται να φάει με χαρά.

Δεν βλέπει κανέναν, μονάχα ακούει τις φωνές ανθρώπων που τις σερβίρουν τα ωραιότερα κρασιά και αλλάζουν πιάτα με τα πιο νόστιμα φαγιά. Μετά το γεύμα κάποιος της τραγουδάει μελωδικά συνοδευμένος από αόρατη κιθάρα, κι έπειτα ολόκληρη χορωδία πλημμυρίζει τ’ αυτιά της.

Η Ψυχή πλαγιάζει κι όταν νυχτώνει για καλά, ακούει πλάι της μια γλυκύτατη φωνή. Τρομάζει, μα είναι αργά· ο σύζυγος, το τέρας που της είπε ο χρησμός, γλιστρά στο πλάι της και η κόρη γίνεται γυναίκα του.

Κατά το χάραμα εκείνος φεύγει από κοντά της κι έρχονται πάλι οι φωνές να ετοιμάσουνε το ξύπνημα της νιόνυφης:

Χαίρε, νύμφα, χαίρε, όλβιε γάμβρε

Σοι μεν δη γάμος, ως άραο εκτέλεστ’,

έχεις δε πάρθενον αν άραο.



Μ’ αυτό τον τρόπο περνούν οι μέρες, περνούν οι νύχτες και η Ψυχή συνηθίζει τον αόρατο σύζυγό της και τις φωνές που της κρατούνε συντροφιά.

Οι γονείς της όμως, λιώνουν μέσα στο πένθος κι οι δυο αδελφές αφήνουν τα σπιτικά τους και πάνε να τους παρηγορήσουν.



Ένα βράδυ, ο αόρατος σύζυγος λέει στην Ψυχή:

-Αγαπημένη φυλάξου! Οι αδελφές σου, που σε νομίζουν χαμένη, θα ‘ρθουν στην άκρη του βουνού. Αν φτάσουν ως εδώ τα κλάματά τους, μην απαντήσεις, γιατί μας φέρνουν συμφορά. Κι ενώ το υπόσχεται, την αυγή που εκείνος φεύγει, η Ψυχή πιάνει τα κλάματα:

-Αχ! χάθηκα πια. Μαραίνομαι μέσα σε τούτη τη λαμπερή φυλακή χωρίς να βλέπω ανθρώπους κι ούτε ελπίζω να δω ποτέ τις αδελφές μου. Όλη τη μέρα δεν δέχεται να φάει, ούτε να λουστεί μονάχα κλαίει σπαραχτικά.

Κείνο το βράδυ παρακαλεί τον άντρα της να την αφήσει να δει τις αδελφές της. Κι εκείνος της το υπόσχεται και μάλιστα της λέει να τους δώσει πλούσια δώρα, μονάχα ένα πράγμα της ζητά: να μην λυγίσει μπροστά στην περιέργειά τους και θελήσει να δει το πρόσωπο του. Γιατί αυτή η ιερόσυλη περιέργεια θα την κάνει να τον χάσει για πάντα. Και η Ψυχή του απαντά:

-Κάλλιο να πεθάνω χίλιες φορές, παρά να βλάψω την αγάπη μας. Όποιος κι αν είσαι σ’ αγαπώ πιότερο κι απ’ το θεό Έρωτα. Μα σε παρακαλώ, διάταξε το Ζέφυρο να πάει στο βράχο και να φέρει εδώ τις αδελφές μου.

Εκείνος δέχεται κι όταν ροδίζει η αυγή χάνεται απ’ το πλάι της όπως κάθε πρωί.



Οι αδελφές της Ψυχής είναι στο βράχο και κλαίουν και χτυπούν τα στήθη τους για την άμοιρη αδελφή τους· φωνάζουν τ’ όνομά της κι η ηχώ φέρνει στ’ αυτιά της τις θρηνητικές φωνές.

Καλεί η Ψυχή τον Ζέφυρο, που πρόθυμα φέρνει τις αδελφές κοντά της. Αγκαλιάζονται και τώρα τα δάκρυα γίνονται χαρά.

Μα όταν οι αδελφές βλέπουν το μεγαλόπρεπο παλάτι κι απολαμβάνουν τα λουτρά και τα εξαίσια γεύματα, τη ρωτούν για το όνομα, τη μορφή και την τρανή γενιά του νοικοκύρη.

Η Ψυχή θυμάται τα λόγια του άντρα της και φυλάει το μυστικό· λέει πως είναι νέος που αγαπά το κυνήγι, γι αυτό τριγυρνάει στα βουνά. Έπειτα τις φορτώνει με πολύτιμα δώρα, χρυσά κοσμήματα και διαμαντόπετρες, καλεί το Ζέφυρο που τις οδηγεί πίσω στο βράχο.



Τώρα οι αδελφές τυραννιούνται από φθόνο για τα πλούτη και την ευτυχία της Ψυχής. Καταριούνται τη μοίρα που τους έδωσε γέρους και άσκημους άντρες και όχι τη δική της χρυσή τύχη.

Και το κακό του φθόνου αυξάνει και τις φαρμακώνει· και καταστρώνουν σχέδια πώς να λαβώσουνε την ευτυχία της αδελφής τους.



Όμως ο άντρας της Ψυχής κάθε βράδυ την προειδοποιεί:

-Αγαπημένη, οι αδελφές σου σε φθονούν και θα ζητήσουνε να δεις το πρόσωπό μου. Αν κρατήσεις το μυστικό μας, το παιδί που φέρνεις τώρα στα σπλάχνα σου, θα γίνει αθάνατο. Αν όμως γυρέψεις να με γνωρίσεις, θ’ ακολουθήσει τη μοίρα των θνητών.

Η Ψυχή πλημμυρίζει από χαρά και περηφάνια που θα γίνει μάνα και δίνει όρκο στα μοσκομυρισμένα του μαλλιά, στο λεπτό πρόσωπο που αποκαλύπτεται στα δάχτυλά της, να κρατήσει την υπόσχεσή της· αλλά να την αφήσει ακόμα μια φορά να σφίξει τις αδελφές στην αγκαλιά της. Και κείνος σφουγγίζοντας τα δάκρυα με τα πλούσια μαλλιά του, λυγίζει από αγάπη και υποχωρεί.

Έτσι, οι δυο ζηλιάρες αδελφές έρχονται πάλι στο παλάτι της Ψυχής, με βουλιμία να μάθουν λεπτομέρειες, μα πιο πολύ να της σταλάξουνε αμφιβολία και φαρμάκι.

Την ρωτούν πάλι και πάλι ποιος είναι ο άντρας της και κείνη για να μην τον μαρτυρήσει, μα ξεχνώντας τι είχε πει, λέει πως είναι έμπορος, ώριμος στην ηλικία, και λείπει για δουλειές.

-Ω! καημένη αδελφή! Πόσο αθώα είσαι κι αγνοείς τη συμφορά που ‘ρχεται καταπάνω σου… Ο άντρας σου είναι ένα πελώριο φίδι· θυμήσου το χρησμό του Απόλλωνα που είπε πως θα παντρευτείς τέρας. Πολλοί κυνηγοί εδώ γύρω το είδανε χθες βράδυ να κολυμπά μεσ’ στο ποτάμι. Κρυμμένο καλά απ’ τη σκοτεινιά, γλιστρά κάθε βράδυ στο πλάι σου και περιμένει να παχύνεις, για να σας φάει, εσέ και το παιδί σου…

Η Ψυχή, εύπιστη όπως είναι, τους αποκρίνεται με σβησμένη φωνή:

-Καλές μου αδελφές, πλαγιάζω τις νύχτες μ’ έναν άντρα που δεν αντίκρισα ποτέ το πρόσωπό του, μονάχα την φωνή του ξέρω. Μου λέει πως αν γυρέψω να τον δω, θα μ’ εύρει μεγάλη συμφορά. Πείτε μου τι να κάνω και θα το ακολουθήσω.

Τότε εκείνες, βλέποντας την τόση αφέλεια, λένε:

-Πάρε μια λάμα καλά ακονισμένη και κρύψε την στην κλίνη. Βάλε μπόλικο λάδι στο λυχνάρι, να φέγγει καλά. Μόλις το τέρας αποκοιμηθεί, κόψε του με τη λάμα το κεφάλι. Εμείς θα τρέξουμε κοντά σου, να μαζέψουμε όλους τους θησαυρούς κι έπειτα να σου δώσουμε έναν άξιο σύζυγο, όπως οι δικοί μας άντρες.

Αυτά είπαν κι άλλα πολλά να καλοπιάσουν την Ψυχή και λίγο πριν νυχτώσει ο Ζέφυρος τις έφερε πάλι πίσω στο βράχο.



Ήρθε ο άντρας της κι αφού της χάρισε μιαν εξαίσια ηδονή, αποκοιμήθηκε βαθιά. Τότε αυτή σηκώνεται, ανάβει το λυχνάρι και πλησιάζει να δει το πρόσωπο του· και τι αντικρίζει; Τον Έρωτα τον ίδιο! Λάμπει το φως του λυχναριού πάνω στην ξανθή του κόμη που μοσχοβολά, στις φτερούγες που φυτρώνουν στους ώμους και σ’ όλο το κορμί που αναπαύεται γιομάτο χάρη κι ομορφιά. Αυτός είναι το καμάρι κι η δόξα της Αφροδίτης.

Απ’ την κολόνα της κλίνης κρέμεται το τόξο του κι η φαρέτρα με τα βέλη. Αγγίζοντάς τα η Ψυχή ματώνει άθελα το δάχτυλό της κι ευθύς πληγώνεται από έρωτα για τον ίδιο τον Έρωτα. Σκύβει και τον καταφιλεί, τρέμοντας μην τόνε ξυπνήσει…

Μα καθώς γέρνει το λυχνάρι, στάζει μια σταγόνα καυτό λάδι στον ώμο του θεού.

Ξυπνά ο Έρωτας από τον πόνο και θυμωμένος για την προδοσία πετά μακριά. Στέκει μονάχα μια στιγμή στην κορυφή αντικρινού κυπαρισσιού και λέει:

-Αδύναμη Ψυχή! Δεν άκουσα την προσταγή της μάνας μου και λαβώθηκα εγώ από την ομορφιά σου. Όμως εσύ δεν κράτησες το λόγο σου, και τώρα φεύγω για πάντα από κοντά σου.

Η Ψυχή τον βλέπει να χάνεται κι απελπισμένη πάει στο γειτονικό ποτάμι, με την απόφαση να πέσει μέσα να πνιγεί. Μα ο θεός του ποταμού δεν την αφήνει, την παίρνει ανάλαφρα στα χέρια του και την ακουμπάει στην όχθη.

Εκεί, στην ακροποταμιά κάθεται ο θεός Πάνας με τα τραγίσια πόδια· παίζει τη σύριγγα και τα κατσίκια γύρω τριγύρω του χοροπηδούν.

Σαν βλέπει την Ψυχή, την προσκαλεί μαλακά και της λέει:

-Άφησε το σκληρό σχέδιο του θανάτου, ησύχασε τη βαθιά λύπη και προσευχήσου στον Έρωτα. Είναι φιλήδονος κι ευαίσθητος κι η τέλεια υποταγή σου θα τον μαλακώσει.



Ο Έρωτας με την πληγή απ’ το καυτό λάδι στον ώμο, πλαγιάζει στο παλάτι της μάνας του.

Ένας γλάρος βουτάει στη θάλασσα και πάει να βρει την Αφροδίτη που λούζεται στα βάθη του Ωκεανού. Της λέει πως ο γιος της είναι πληγωμένος και πονά· και πως όσο εκείνος ήταν στο βουνό με μια θνητή κι η μάνα με τα κύματα γλεντοκοπά, οι άνθρωποι λησμόνησαν τη χαρά. Έγιναν άκαρδοι και σκληροί και χάθηκε ανάμεσά τους η φιλία κι η πατρική στοργή. Δεν κάμουν γάμους και χαρούμενες συνάξεις μόνο βαδίζουνε προς την καταστροφή.

Μ΄ αυτόν τον φλύαρο τρόπο κατηγόρησε τον Έρωτα ο γλάρος κι η Αφροδίτη ακούγοντας πως ο γιος της αγάπησε θνητή, μανιάζει από θυμό και ζήλια· πετάγεται από τα βάθη του Ωκεανού και πάει ίσια στο παλάτι της.

-Πώς να τιμωρήσω αυτόν τον κατεργάρη, μονολογεί. Μονάχα η Σωφροσύνη μπορεί να βοηθήσει. Ν’ αδειάσει τη φαρέτρα, να σπάσει τα βέλη, να χαλαρώσει το τόξο του και να σβήσει το δαυλό, έτσι που να πλαντάξει από τη στέρηση. Κι εγώ θα κόψω τις ξανθιές του μπούκλες και θα μαδήσω τα φτερά, που τόσες φορές χάιδεψα και ράντισα με νέκταρ.

Τότε την πλησιάζουν η Δήμητρα κι η Ήρα και τη ρωτούν τι τρέχει. Τους εξηγεί κι οι δυο θεές που τρέμουν απ’ τα βέλη του Έρωτα, απαντούν:

-Ω θεά, γιατί ζητάς τη δυστυχία μιας κόρης; Είναι λοιπόν έγκλημα που ο γιος σου αγάπησε θνητή;

Μα η Αφροδίτη φουρκισμένη, γυρνά την πλάτη και δεν τους απαντά.



Η Ψυχή περπατά μέρα και νύχτα, νύχτα και μέρα καταπεινασμένη, καταδιψασμένη, χωρίς να έχει κλείσει μάτι. Κάποτε βλέπει ένα βωμό, πάνω σε μια κορφή και πάει κατά κει.

Βρίσκει στεφάνια πλεγμένα από στάχυα κριθαριού, δεμάτια βρώμης και δρεπάνια όπως τα παρατούν οι θεριστές.

Πιάνει να βάλει τάξη, γιατί είναι ασέβεια να παραμελείται η λατρεία ενός θεού. Τότε την πλησιάζει η Δήμητρα και λέει:

-Δυστυχισμένη Ψυχή, πώς ν’ αποφύγεις το θυμό της Αφροδίτης; Σε αναζητάει παντού.

-Αχ! σ’ εξορκίζω, λέει η Ψυχή, στο χέρι αυτό που σκορπά την αφθονία, στις εύθυμες γιορτές των θεριστών, στα ιερά μυστήρια, στο άρμα σου που τραβούν φτερωτοί δράκοντες, άσε με να κρυφτώ για λίγες μέρες πίσω απ’ τα στάχυα, όσο να ξεθυμάνει η Αφροδίτη.

-Τα δάκρυά σου μου ραγίζουν την καρδιά, λέει η Δήμητρα, μα έχω δεσμό αίματος και φιλίας με την Αφροδίτη. Φύγε λοιπόν μακριά απ’ το βωμό μου και έχε χάρη, που σ’ αφήνω ελεύθερη.

Διωγμένη η Ψυχή συνεχίζει το δρόμο της και λίγο αργότερα, μέσα σε δάσος, συναντάει άλλο βωμό φορτωμένο με πλούσια δώρα: χρυσοκέντητοι χιτώνες απλωμένοι σε κλαδιά δένδρων και πάνω στο βωμό, που είναι γραμμένο τ’ όνομα και τα θαύματα της θεάς.

Η Ψυχή γονατίζει, αγκαλιάζει το βωμό και προσεύχεται:

-Γυναίκα και αδελφή του Δία, εσύ που κατοικείς τα ιερά της Σάμου· Ήρα προστάτιδα, που συντρέχεις τις έγκυες γυναίκες, βοήθα με, μην αφήσεις ν’ αφανιστώ.

Η Ήρα παρουσιάζεται με όλη τη μεγαλοπρέπεια και λέει:

-Θα ήθελα, Ψυχή, να εισακούσω την παράκλησή σου μα δεν το επιτρέπει η σχέση με τη νύφη μου Αφροδίτη κι ακόμα ο νόμος που απαγορεύει να δίνεις άσυλο σε φυγάδα παρά τη θέληση του κύρη του.



Η Αφροδίτη κουρασμένη ν’ αναζητά την Ψυχή πάνω στη γη, σκέφτεται ν’ ανεβεί στον ουρανό με το χρυσό άρμα που της έφτιαξε ο Ήφαιστος πριν απ’ το γάμο τους. Τέσσερα περιστέρια με διαφορετικά χρώματα κι ευλύγιστο λαιμό περνούν τα κεφάλια τους σε διαμαντοκόλλητο ζυγό κι εύθυμα σκίζουνε τον αιθέρα με το αστραφτερό άρμα της κυράς τους. Σπουργίτια φλύαρα πετούν ξωπίσω τους και χίλιοι μύριοι φτερωτοί τραγουδιστές αναγγέλλουνε τον ερχομό. Τα σύννεφα παραμερίζουν, ο ουρανός ανοίγει και ο Όλυμπος υποδέχεται τη Θεά.

Εκείνη βαδίζει προς το παλάτι του Δία και του ζητά την άδεια να πάρει για λίγο τον αγγελιοφόρο Ερμή. Του λέει, λοιπόν, να διαλαλήσει απ’ άκρη σ’ άκρη, πως θ’ ανταμείψει πλουσιοπάροχα όποιον της δώσει είδηση πού κρύβεται η Ψυχή.

Ύστερα αποτραβιέται στο παλάτι της.



Ο διαλαλισμός του Ερμή φτάνει στ’ αυτιά της Ψυχής που παραδίδεται μοναχή της στη Θεά. Εκείνη μόλις την βλέπει ξεσπά σε δυνατά γέλια, σημάδι ασυγκράτητου θυμού. Χύνεται πάνω της, τής σκίζει το χιτώνα, της ξεριζώνει τα μαλλιά, της γδέρνει τ’ όμορφο πρόσωπο κι έπειτα πιάνει κι ανακατεύει βρώμη, κριθάρι και σιτάρι, κεχρί, ρεβίθια και φακές, κάνει έναν τεράστιο σωρό και της ζητά ως το βράδυ να τα ξεχωρίσει.



Η Ψυχή στέκει άπραγη, ώσπου την πλησιάζει ένα μυρμήγκι. Της λέει να μην φοβάται και θα τελέψει εκείνο τη δουλειά μαζί με τους συντρόφους του. Έπειτα φωνάζει όλα τα μυρμήγκια:

Προκομμένα παιδιά της γης τρέξτε, τρέξτε, τρέξτε

να βοηθήσουμε την όμορφη κόρη.

Σαν κύματα που σωριάζονται, ορμούν τα μυρμήγκια όλα μαζί και ξεχωρίζουνε τους σπόρους, φτιάχνοντας νέους σωρούς από κάθε είδος χωριστά. Έπειτα, τραβούνε στις φωλιές τους.



Η Αφροδίτη γυρίζει από γάμο στολισμένη με τριαντάφυλλα και μεθυσμένη από νέκταρ. Βλέπει την τελειωμένη δουλειά, πετά ένα ξεροκόμματο στην Ψυχή και πάει να πλαγιάσει.



Ο Έρωτας και η Ψυχή φυλακισμένοι χωριστά κάτω απ’ την ίδια στέγη, ποθούν ο ένας τον άλλο κι όλο βυθίζονται σε μαύρη λύπη.



Την άλλη μέρα η Αφροδίτη ζητά άλλη δοκιμασία απ’ την Ψυχή:

-Βλέπεις στις όχθες κείνου του ποταμού το δάσος; Εκεί βόσκουν τα χρυσόμαλλα αρνιά· θέλω να μου φέρεις το μαλλί τους και να μη λείψει ούτε τρίχα!



Η Ψυχή πάει να πέσει στο ποτάμι, για να γλιτώσει μια και καλή απ’ τα βάσανα, μα ένα καλάμι με την γλυκιά πνοή του Ζέφυρου της ψιθυρίζει:

-Ω! Ψυχή μη μολύνεις με θάνατο τα ιερά νερά μου. Όταν ο ήλιος ρίχνει τις καυτερές ακτίνες μην πλησιάζεις τα φρενιασμένα αρνιά με το σκληρό κούτελο και τα μυτερά κέρατα, γιατί το άγγιγμά τους είναι θανατερό. Μείνε κρυμμένη κι όταν ο ήλιος γείρει και μαζευτούν τα ζώα να κουρνιάσουν, θα βρεις μέσα στο δάσος άφθονο μαλλί, που αφήνουνε όταν περνούν δίπλα από θάμνους.



Έτσι, μπόρεσε η Ψυχή να μαζέψει άφθονο απ’ το πολύτιμο μαλλί και να το πάει στην Αφροδίτη. Μα εκείνη αντί να μαλακώσει, με χαμόγελο πικρό ζητά τρίτη δοκιμασία:



-Βλέπεις το βράχο στην κορφή εκείνου του βουνού; Είναι πηγές υπόγειων ποταμών που τρέχουνε με κρότο και χύνουν τα σκοτεινά νερά τους στα έλη της Στυγός. Πήγαινε να μου φέρεις από κείνο το νερό μέσα σ’ αυτή τη στάμνα· ειδεμή φριχτά μαρτύρια σε προσμένουν.

Η Ψυχή πλησιάζει την πηγή που την φυλούν δυο δράκοντες ακοίμητοι μέρα και νύχτα. Ακούει τότε τα νερά να μουρμουρίζουν:

Φεύγα,

τραβήξου,

χάθηκες.

Μένει ακίνητη σαν πέτρα· κι έρχεται ο αετός του Δία ανοίγει τα φτερά του πάνω της και λέει:

-Δεν άκουσες ποτέ για τα τρομερά νερά της Στυγός, που σ’ αυτήν ο Δίας κι οι άλλοι Θεοί παίρνουνε όρκο; Μην πλησιάσεις· μοναχά δώσε μου τη στάμνα.



Έτσι με τη βοήθεια του αετού φέρνει η Ψυχή στην Αφροδίτη τη γεμάτη στάμνα. Μα εκείνη τη στέλνει σ’ άλλη πιο σκληρή δοκιμασία:

-Πάρε αυτό το κουτί κι έμπα στον Άδη, ως το παλάτι του Πλούτωνα· δώσ’ το στην Περσεφόνη και πες της: «η Αφροδίτη σε παρακαλεί να της στείλεις λίγη από την αλοιφή της ομορφιάς σου».

Η Ψυχή καταλαβαίνει πως τη σπρώχνει στο θάνατο και χωρίς δισταγμό πάει σ’ ένα Κάστρο, να γκρεμιστεί από κάτω και να βρεθεί στον Άδη. Ακούει όμως του Κάστρου τη φωνή:

-Δυστυχισμένη Ψυχή, τι πας να κάνεις; Ο τρόπος που γυρεύεις να σε πάει στον Άδη δεν έχει γυρισμό. Κοντά στη Λακεδαίμονα είναι το Ταίναρο, πλατύ παράθυρο του Άδη, και ‘κεί ένα κρυμμένο μονοπάτι σε πάει ως του Πλούτωνα το παλάτι. Πρόσεχε όμως, για να μπεις πρέπει να έχεις σε κάθε χέρι μια κριθαρόπιτα από μέλι και δύο οβολούς στο στόμα. Στο δρόμο θα βρεις ένα κουτσό αγωγιάτη να σέρνει ένα κουτσό γαϊδούρι· θα σου ζητήσει να σηκώσεις κάτι πεσμένα ξύλα. Εσύ να προσπεράσεις δίχως να πεις λέξη. Λίγο πιο κάτω θ’ απαντήσεις το ποτάμι, όπου ο Χάροντας, αφού πρώτα πάρει την αμοιβή του περνά τους νεκρούς στην αντίπερα όχθη. Άσε τον περατάρη να πάρει από το στόμα σου τον ένα οβολό.

Άμα περάσεις το ποτάμι θα δεις κάτι γριές να υφαίνουν· θα σε παρακαλέσουν να τις βοηθήσεις· πρόσεξε μην αγγίξεις το εργόχειρό τους. Τέλος, μπροστά στο παλάτι της Περσεφόνης αγρυπνά ένας σκύλος με τρία κεφάλια που με τα ουρλιαχτά του τρομάζει τις ψυχές. Ρίξ’ του τη μια πίττα, και πέρασε μέσα· θα φτάσεις στη Θεά που θα σε καλοδεχτεί και θα σε προσκαλέσει σε πλούσιο τραπέζι. Εσύ κάθισε κατά γης και ζήτα της μαύρο ψωμί. Έπειτα πες της την παραγγελία της Αφροδίτης και πάρε ό,τι σου δώσει. Γυρίζοντας, ρίξε στον Κέρβερο την άλλη πίττα και πλήρωσε τον Χάροντα με το δεύτερο οβολό. Πρόσεξε όμως καλά, μην τύχει κι ανοίξεις το κουτί που θα σου δώσει η Θεά, γιατί χάθηκες.



Δεν χάνει καιρό η Ψυχή, παίρνει ό,τι της χρειάζεται για το ταξίδι, και χώνεται στο υπόγειο βάραθρο. Συναντά όλα όσα της είπε το Κάστρο μέχρι που φθάνει ως την Περσεφόνη και λέει την παραγγελία της Αφροδίτης. Εκείνη γεμίζει κρυφά το κουτί και της το δίνει. Ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες, η Ψυχή γυρίζει από τον ίδιο δρόμο και φτάνει κάποτε στο φως της μέρας· τότε την κυριεύει ακράτητη περιέργεια να δοκιμάσει τη θεϊκή αλοιφή. Ανοίγει το κουτί και βγαίνει από μέσα ένας ναρκωτικός ατμός που την τυλίγει ολόκληρη, μουδιάζει τα μέλη της και τη βυθίζει σε ύπνο σκοτεινό, όμοιο με θάνατο.

Ο Έρωτας στο μεταξύ έχει γιατρευτεί. Το σκάει απ’ το παράθυρο και μ’ ένα πέταγμα γοργό φτάνει κοντά στην αγαπημένη του. Μαζεύει τον ύπνο και τον κλείνει πάλι μέσα στο κουτί. Έπειτα την ξυπνά κεντώντας την ελαφρά μ’ ένα του βέλος:

-Καημένη Ψυχή, για δεύτερη φορά η περιέργειά σου παρά λίγο να σε καταστρέψει. Βιάσου να τελειώσεις την παραγγελία της μάνας μου και τ’ άλλα άσε τα σε μένα.

Εκείνος πετά ψηλά και η Ψυχή γοργά γοργά πηγαίνει το κουτί στην Αφροδίτη.

Ο Έρωτας φτάνει στον Όλυμπο και ρίχνεται στα πόδια του πατέρα των Θεών, ζητώντας του βοήθεια.

Τότε ο Δίας καλεί όλους τους Θεούς, και τους ανακοινώνει πως ευλογεί το γάμο του Έρωτα με τη θνητή. Έπειτα στέλνει τον Ερμή να φέρει την Ψυχή στον Όλυμπο κι αφού της προσφέρει μια κούπα αμβροσία της λέει:

Γίνου αθάνατη· ποτέ ο Έρωτας μη χωριστεί από σένα. Ο Υμέναιος να σας ενώσει για πάντα.

Χωρίς αργοπορία, στήνουν το μεγαλόπρεπο τραπέζι για το συμπόσιο του γάμου. Ο Έρωτας με την Ψυχή κάθονται στην κεφαλή του τραπεζιού κι έρχονται ο Δίας με την Ήρα κι όλοι οι Θεοί κατά την τάξη. Ο κεραστής του Δία, Γανυμήδης, κερνά το νέκταρ που ο Βάκχος προσφέρει άφθονο στους αθανάτους.

Ο Ήφαιστος προετοιμάζει τα φαγιά, οι Ώρες στολίζουν γύρω γύρω με λουλούδια, οι Χάριτες σκορπίζουν χίλιες μυρωδιές και οι Μούσες ξεχύνουν τις αρμονικές φωνές τους.

Ο Απόλλωνας παίζει τη λύρα του, ένας Σάτυρος φλογέρα κι ο Πάνας τον αυλό· οι εννιά αδελφές στήνουν χορό.

Έτσι ο Έρωτας και η Ψυχή ενώθηκαν για πάντα και λίγο μετά το γάμο τους γεννήθηκε μια κόρη που της έδωσαν το όνομα Ηδονή.

Και έζησαν και θα ζουν παντοτινά μέσα στις Αφηγήσεις των ανθρώπων…





Διασκευή: Αγνή Στρουμπούλη

Πηγή: «Οι μεταμορφώσεις ή Ο χρυσός γάιδαρος»

ΑΠΟΥΛΗΙΟΣ 2ος αι. μ.Χ.

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Post

if you like post something  that  you find intteresting or  share with us   please sent or left  your  mail

Εαν επιθυμείται να δημοσιευσέται  να μοιραστειται τισ σκέψεις σας ή οτι σας απασχολεί  απλα  αφήστε την διευθυνση σας ωστε να  σας προσθέσω στην λίστα  .